αλφάβητο


αλφάβητο
[алфавита] ουσ. о. алфавит.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αλφάβητο" в других словарях:

  • αλφάβητο — αλφάβητο, το και αλφάβητος, η το σύνολο των γραμμάτων μιας γλώσσας, των γραφτών δηλ. συμβόλων με τα οποία παρασταίνονται οι φθόγγοι: Το αλφάβητο της ελληνικής γλώσσας έχει 24 γράμματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλφάβητο — Κάθε σύστημα γραφής μιας γλώσσας, με την ευρεία έννοια. Πιο ειδικά, είναι το σύνολο των σημείων που χρησιμοποιούνται για τις αλφαβητικές γραφές, οι οποίες διακρίνονται από τις ιδεογραφικές ή τις συλλαβογραφικές. Στην αλφαβητική γραφή, κάθε απλός… …   Dictionary of Greek

  • κυριλλικό αλφάβητο — Σύνολο γραμμάτων που σημειώνουν την έναρξη της γραπτής παράδοσης των σλαβικών γλωσσών. Η ονομασία του αλφαβήτου προέρχεται από τον απόστολο των Σλάβων Κύριλλο, ο οποίος ανέλαβε μαζί με τον αδελφό του, Μεθόδιο, το 863 να κηρύξει τον χριστιανισμό… …   Dictionary of Greek

  • κουφικό αλφάβητο — Αραβικό αλφάβητο, που αναπτύχθηκε κυρίως στην πόλη Κούφα –απ’ όπου προέρχεται η ονομασία του–, έδρα των χαλίφηδων, το οποίο διατηρήθηκε έως τον 10o αι. Στην κουφική γραφή, κομψή και διακοσμητική, επικρατούσαν οι ευθείες γραμμές και οι οξείες… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γλώσσα — ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις αρχαιότερες γλώσσες στον κόσμο και οπωσδήποτε η παλαιότερη ζωντανή γλώσσα στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες αρχαίες γλώσσες που χάθηκαν μαζί με τους λαούς που τις μιλούσαν, όπως η… …   Dictionary of Greek

  • σλαβονικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που αναφέρεται στη Σλαβονία, ιστορική περιοχή τής Κροατίας 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Σλαβονική η σλαβονική γλώσσα 3. φρ. α) «σλαβονική γλώσσα» σλαβική γλώσσα βασισμένη πρωτίστως στις νοτιοσλαβικές διαλέκτους και κυρίως στην… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θέατρο — ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Ένας λαός που έχει έξι πτώσεις και κλίνει τα ρήματά του με χίλιους τρόπους, έχει μια πλήρη, συλλογική και υπερχειλίζουσα ψυχή. Αυτός ο λαός, που δημιούργησε μια τέτοια γλώσσα, χάρισε τον πλούτο της ψυχής του σε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • Ν, ν — (αρχαία ελληνικά νύ και νώ). Το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Προέρχεται από το σημιτικό  που παρίστανε τον φθόγγο nun (=ιχθύς). Σε όλα τα γνωστά αλφάβητα το σχήμα του ν βρισκόταν πάντα σε στενή σχέση με το σχήμα του μ. Στα… …   Dictionary of Greek

  • Αρμενία — I Ιστορική γεωγραφική περιοχή (περ. 140.000 τ. χλμ.) της δυτικής Ασίας με ασφαλή μάλλον φυσικά σύνορα. Γενικά ως Α. ορίζεται η περιοχή που εκτείνεται σε μήκος μεταξύ του άνω ρου του Ευφράτη και της λεκάνης της Ουρμίας λίμνης και σε πλάτος μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek